TutUMakIaS TV

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Ο φιλελεύθερος "Ορθολογισμός"




Η μεθοδολογία και φιλοσοφική τεκμηρίωση είναι το βασικότερο στοιχείο για την επιστημονική στοιχειοθέτηση κάθε άποψης. Το βασικότερο πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας, πολιτικής καθώς και των κοινωνικών επιστημών (κυρίως των οικονομικών αλλά και άλλων) αποτελεί η αντιεπιστημονική τους βάση.

Στο άρθρο αυτό θα παρουσιάσω κάποιες τεκμηριωμένες απόψεις οι οποίες θα έπρεπε να κάνουν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο να αμφιβάλει για τα παρουσιαζόμενα ως θέσφατα της επικρατούσας πολιτικής θεωρίας (φιλελευθερισμό) και τα επακόλουθά της (νεοφιλελευθερισμό). Είναι αυτές οι αστήρικτες απόψεις που διατηρούν ως λογικό το σημερινό παράλογο και στερούν από την αριστερά το νόημα έκφρασής της οδηγώντας την σε ένα τεχνητό περιθώριο.

Σκοπός μου είναι να δείξω ότι η παρούσα κατάσταση έχει χαρακτηριστικά μιας θεολογίας που δεν στηρίζεται καθόλου στον ορθολογισμό και παράλληλα περιέχει έναν λογικό δογματισμό που αποστερεί τον Λόγο από βασικά φιλοσοφικά του χαρακτηριστικά χωρίς τα οποία δεν μπορεί να σταθεί.

Α) ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

1) Πληθωρισμός
Σε παλαιότερο άρθρα μου είχα δείξει ότι ο πληθωρισμός είναι ένα μέγεθος που δεν καθορίζεται αντικειμενικά από κάποια επιστημονικά κριτήρια αλλά μόνο από τους σκοπούς μιας μερίδας ανθρώπων. Έτσι ο δείκτης του πληθωρισμού διαφέρει ανάλογα αν κάποιος είναι φτωχός, μεσαίος ή πλούσιος αφού όσο φτωχότερος είναι τόσο περισσότερα χρήματα ξοδεύει σε αγαθά πρώτης ανάγκης και τρόφιμα. Τα τελευταία 15 χρόνια αυτός ο πληθωρισμός είναι πολύ μεγαλύτερος από τον τρέχοντα και αυτό δείχνει πόσο άσκοπες είναι οι διεκδικήσεις για μισθολογικές αυξήσεις σε σχέση με τον πληθωρισμό. Ένας πληθωρισμός που διαφέρει ριζικά ανάλογα με την κοινωνική ή εισοδηματική τάξη που ανήκει ο κάθε ένας δεν αντιπροσωπεύει αυτό για το οποίο φτιάχτηκε ο δείκτης και για το οποίο τον επικαλούνται οι ασκούντες την οικονομική πολιτική. Το ότι η στατιστική υπηρεσία δεν μπαίνει στον κόπο να ανακοινώνει πολλούς διαφορετικούς πληθωρισμούς οφείλεται στο ότι ιδεολογικά η κοινωνία μας έχει αποδεχθεί την παρούσα διάρθρωση του πληθωρισμού και όχι επειδή αντικειμενικά, επιστημονικά και εμπειρικά αποδεικνύεται το αντίθετο. Έτσι, ο πληθωρισμός δεν μπορεί να παρουσιάζεται χωρίς και την ιδεολογική τοποθέτηση που προϋποθέτει (Δείτε εδώ το προηγούμενο άρθρο: Τα δόγματα δεν είναι μόνο θρησκευτικά).

2) Ανεργία
Η μέτρηση της ανεργίας είναι καθαρά ιδεολογικό θέμα, πέρα από τον πολύ γενικό τεχνικό ορισμό της. Αν πιστεύουμε ότι η ελεύθερη αγορά μειώνει την ανεργία τότε έχουμε την τάση να μετράμε ως άνεργους λιγότερα άτομα. Πολλοί μάλιστα τείνουν να κατηγορούν κρατικές παρεμβάσεις που καλύπτουν κοινωνικά άτομα που δεν εργάζονται. Σε αυτό παίζει ρόλο και το τι αποδεχόμαστε να είναι το όριο, αν για παράδειγμα είναι αποδεκτό ένας πτυχιούχος να εργάζεται ως delivery. Ακόμη το αν η μερική απασχόληση θα θεωρείται ως κανονική εργασία με αποτέλεσμα να μειώνει τεχνητά τους δείκτες της ανεργίας. Και εδώ λοιπόν βλέπουμε ότι δεν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό και επιστημονικό κριτήριο μέτρησης της ανεργίας αλλά αντίθετα αυτή εξαρτάται από το τι επιλέγουμε να μετράμε με βάση ιδεολογικά κριτήρια.

3) Ο ατομικός ορθολογισμός και ωφέλεια
Η οικονομική επιστήμη μοντελοποιεί και εξάγει έτσι συμπεράσματα ή κάνει οικονομικές υποθέσεις υποθέτοντας ότι τα άτομα έχουν άριστη υπολογιστική ικανότητα που τους οδηγεί σε ορθολογικούς υπολογισμούς με στόχο την μέγιστη ωφέλειά τους. Το δεδομένο όμως αυτό υποτιμάει την ανθρώπινη κρίση υποχρεώνοντας τα υποκείμενα άτομα να ακολουθούν μοντέλα συμπεριφοράς που αγνοούν την ελευθερία τους. Στην ουσία οι οικονομολόγοι υπερτιμώντας τις ανθρώπινες υπολογιστικές ικανότητες υποτιμούν την ανθρώπινη ορθολογικότητα. Η οικονομική επιστήμη αντιφάσκει παραβαίνοντας τις ίδιες προκείμενες του ορθολογισμού όταν θεωρεί ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να έχουν δράσεις και άλλες ανεξάρτητες από τις επιθυμίες τους.

4) Η αξία των προϊόντων
Παράλληλα με τα παραπάνω ο καθορισμός της αξίας των πραγμάτων έχει δεχτεί πολλές διαφορετικές ερμηνείες για να καταλήξει εδώ που είναι σήμερα. Καμία από τις προηγούμενες απόψεις για τον καθορισμό των αξιών των εμπορευμάτων και της εργασίας δεν είχε μικρότερη αξία από τη σημερινή νεοκλασική άποψη. Καμία οικονομική άποψη δεν μπορεί αντικειμενικά να καθορίσει αν οι αξίες των πραγμάτων ισούνται με την πραγματική τους αξία. Για παράδειγμα ο Adam Smith έλεγε ότι η αξία των πραγμάτων εξαρτάται από τον κόπο που χρειάζεται κάθε ένας για να τα αποκτήσει. Ο David Richardo έλεγε ότι η αξία εξαρτάται από την σχετική εργασία που χρειάζονται για να κατασκευαστούν. Ο Stuart Mill θεώρησε ότι η αξία ενός προϊόντος είναι αυτή που επιτρέπει στους παραγωγούς να ανταλλάσσουν ένα κόστος παραγωγής με ένα κανονικό κέρδος. Ο Marx έλεγε ότι ένα προϊόν έχει τόση αξία όση η εργασία που είναι ενσωματωμένη σε αυτό. Η αξία των παραπάνω κλασικών φιλελεύθερων απόψεων για τον καθορισμό της αξίας των προϊόντων είναι πολύ ανώτερη από την σημερινή ουδετερότητα της οικονομικής επιστήμης που δεν αναφέρεται καν σε αξία αλλά μόνο σε τιμή. Αυτό αποτελεί μια καθαρή ιδεολογική και μη επιστημονική επιλογή που επιτρέπει την εμπορευματοποίηση των πάντων συμπεριλαμβανομένων της φύσης ή της εργασίας. Με τον ίδιο τρόπο η έννοια της ωφέλειας που εισήγαγε ο Bentham δεν ήταν αυτό που επιδίωκαν οι οικονομολόγοι ώστε να νομιμοποιήσουν με καθαρά ιδεολογικό τρόπο συγκεκριμένες συμπεριφορές. Έτσι εφευρέθηκε κυριολεκτικά και αυθαίρετα η έννοια της αυτονομίας του καταναλωτή. Τη θέση της ευημερίας κατέλαβε η καταναλωτική προτίμηση.

5) New Scientist
Το έγκριτο περιοδικό σε πρόσφατο άρθρο του: Why Economic Theory Whack αναφέρει ότι αν σύντομα δεν ανακαλύψουμε μια άλλη οικονομική θεωρία τότε οι κρίσεις θα συνεχίσουν γιατί απλούστατα δεν μπορούν να εξηγήσουν τα φαινόμενα, και συνεχίζει αναφέροντας διάφορες αδυναμίες και ιδεοληψίες της οικονομικής επιστήμης.

6) Συμπέρασμα για τα οικονομικά
Τα παραπάνω είναι απλά ενδείξεις και χαρακτηριστικά παραδείγματα του άτοπου της οικονομικής επιστήμης. Δείχνουν ότι η οικονομική επιστήμη δεν στηρίζεται στην μελέτη αντικειμενικών φαινομένων, όπως κάνει π.χ. η χημεία αλλά σε μελέτη φαινομένων που η ίδια η οικονομική θεωρία ιδεολογικοποιεί εκ των προτέρων και βέβαια μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει. Τότε όμως δεν μπορεί να αρνείται άλλους ιδεολογικούς καθορισμούς των βασικών εννοιών της λέγοντας ότι λειτουργεί αντικειμενικά. Οι κοινωνικές επιστήμες, η πολιτική, η ιδεολογία και κυρίως η φιλοσοφία έχουν άμεσο ρόλο στον καθορισμό αυτών των ιδεολογικών ζητουμένων. Η οικονομική επιστήμη, συνεπώς, δεν δικαιούται να διαμορφώνεται και να λειτουργεί ερήμην κάποιου θεωρητικού πλαισίου που εμείς θέλουμε να της δώσουμε. Στην ουσία τα οικονομικά σήμερα χρησιμοποιούν έναν εργαλειακό ορθολογισμό με στόχο την απο-ιδεολογικοποίησή τους. Αυτό όμως, όπως είδαμε, δεν γίνεται γιατί τότε οδηγούνται σε φιλοσοφικό και λογικό άτοπο. Τα παραπάνω είναι πολύ σημαντικά στο βαθμό που δίνουν επιχειρήματα στις άρχουσες τάξεις και τις ελίτ. Με βάση αυτά τα επιχειρήματα φτιάχνονται οι πολιτικές και καθορίζονται οι κυρίαρχες ιδεολογίες. Τα επιχειρήματα αυτά, όμως, δεν αντέχουν την παραμικρή φιλοσοφική και λογική κριτική.

Β) Ο ΕΡΓΑΛΕΙΑΚΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Σήμερα οι κοινωνικές επιστήμες έχουν θέσει στο περιθώριο ο,τιδήποτε δεν φαίνεται πολύ άμεσα να παράγει μετρήσιμα αποτελέσματα. Με αυτό τον τρόπο ολόκληρη η φιλοσοφία και πολλά θεωρητικά ζητήματα όχι μόνο δεν λαμβάνουν χρηματοδότηση αλλά επιπλέον τίθενται στο περιθώριο των συζητήσεων και των ερευνών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, τα τελευταία 40 χρόνια, την πλήρη εγκατάλειψη των κοινωνικών επιστημών και της θεωρητικής έρευνας. Όλη αυτή η κατάσταση συνέτεινε στην μη αμφισβήτηση των εργαλειακών προτεραιοτήτων της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς λέει: "Εφεξής, η μονόδρομη σκέψη αρκείται στην "αντικειμενική" διαπίστωση ότι τα δεδομένα αυτά "υπάρχουν" ή "υπήρξαν" στο πλαίσιο μιας υπερκείμενης "πραγματικότητας". Και στο πλαίσιο αυτό, κοινωνικά "ωφέλιμη" μπορεί να είναι μόνον η παραγωγή και προώθηση γνώσης που σέβεται σχολαστικά την αναμφισβήτητη αυτή πραγματικότητα."

και συνεχίζει: "Με αυτή την έννοια, ο αυστηρός περιορισμός της αναζήτησης σε ό,τι προσδοκάται ότι θα παράγει άμεσους καρπούς ισοδυναμεί με προκαταρκτική αυτοφίμωση της στοχαστικής δυνατότητας του ανθρώπου."
Άρα λοιπόν κάθε "ενδεχομενική" σκέψη που θέλει να αναζητήσει γιατί μια πραγματικότητα επικράτησε έναντι μιας άλλης βρίσκεται εκτός επιστημονικότητας από τον τρέχοντα εργαλειακό θετικισμό. Όπως λέει ο Τσουκαλάς: "Η αλήθεια του κόσμου εγκλωβίζεται, λοιπόν, όλο και ασφυκτικότερα σε μια γιγάντια αυτοαναφορά που εξαντλείται σε ό,τι αναμφισβήτητα "υπάρχει" ή "υπήρξε".

Και συνεχίζει: "Μολονότι, λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με ακρίβεια, θεωρείται γενικώς ότι το μέλλον αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από εκείνο που θα προκύψει από την κίνηση ενός παρόντος, για το οποίο πιστεύεται, αφελώς ή κακοπίστως, ότι μπορεί να μας δίδεται ευθέως και δίχως εννοιακές διαμεσολαβήσεις..όλο και περισσότερο, η επιμελής τεκμηρίωση δεν τροφοδοτεί τη θεωρητική φαντασία, αλλά τείνει να την υποκαθιστά....Η θεμελιακή δομή της κοινωνίας εμφανίζεται ως δεδομένη και οριστικά "κατακτημένη"...Σε πλήρη αντιδιαστολή, λοιπόν, με ό,τι συμβαίνει με τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης που μπορεί "ευλόγως" να "οφείλουν" να διαβρώνονται μέσα στην ακατάπαυστη ιστορική τους εξέλιξη, οι καίριες ιδεολογικές, θεσμικές και πολιτισμικές "κατακτήσεις" του αστικού φιλελευθερισμού εμφανίζονται, εξίσου "ευλόγως" , ως αυτονοήτως "ανεπίστρεπτες".

Παρακάτω συνεχίζει: "..η σημερινή μορφή απελπισίας εμφανίζεται ανενεργή ως εκφραζόμενη, όχι μέσω του λόγου, αλλά μέσω της σιωπής...Στο ιδεολογικό επίπεδο, ο κυρίαρχος φιλελευθερισμός εξελίσσεται, λοιπόν, ως ένας απόλυτος και έμφοβος νοηματικός συντηρητισμός. Στην πλειοψηφία τους, οι κοινωνικοί στοχαστές, όχι μόνο δεν επιδιώκουν να ερμηνεύσουν ή να αλλάξουν τον κόσμο. Διστάζουν ακόμη και να περιγράψουν τις αντιφάσεις του και να προβληματιστούν για την πορεία του".

Σε αυτό το πλαίσιο συνεχίζει λέγοντας: "...δεν υπάρχει άλλη λύση από την προώθηση μιας συστηματικής "αντισυστημικής" σκέψης και δράσης με στόχο να μετασχηματίσει ή να ανατρέψει το ίδιο το συστημικό πλαίσιο. Η ιστορική φάση που διερχόμαστε επιτάσσει τη διατύπωση υπαλλακτικών πολιτικών προταγμάτων..." .

Το συμπέρασμα όλων των παραπάνω είναι ότι ο τρέχων ορθολογισμός και θετικισμός που δεν αφήνει χώρο στο "ενδεχομενικό" δεν αφήνει επίσης τον απαραίτητο χώρο στο ριζικό φαντασιακό (Καστοριάδης) που θα έκανε να αναδυθούν νέες οντολογικές δυνατότητες που θα μετέτρεπαν το πιθανό σε πραγματικό. Μέσα από μια τέτοια οντολογική δυνατότητα θα μπορούσε να αναδυθεί το όραμα μιας προόδου με λιγότερα αναλώσιμα αγαθά αλλά και λιγότερη δυστυχία (Αλεξάνδρα Δεληγιώργη).

Όπως λέει η Δεληγιώργη:"..ο συμβιβασμένος διανοητής απαλλάσσει τον εαυτό του από τα βάρη της ελευθερίας που συνέχει την κριτική δύναμη της σκέψης".

Τέλος, το πιο σημαντικό, της Δεληγιώργη, κατά τη γνώμη μου, είναι το εξής: "...τα πρίσματα εναντίωσης έχουν την έρεισή τους σε ψυχικές παραστάσεις συνυφασμένες με προσωπικά βιώματα που σφραγίζουν την υποκειμενικότητα, ωθώντας την να υπάρξει στοχαστικά και αποφασισμένα ως συνείδηση δι' εαυτήν. Ωθώντας την, δηλαδή, να διερωτηθεί για το νόημα και την εγκυρότητα των κανόνων με τους οποίους η ισχύουσα τάξη του λόγου νομιμοποιεί μια τάξη πραγμάτων που γεννά όχι μόνον αλλοτρίωση και πραγμοποίηση, αδικία και ανισότητα, αλλά και απάθεια. Μέσω αυτής της ώθησης να διερωτηθεί και να συλλάβει εξόδους, η ψυχικά και ιστορικο-κοινωνικά συνθηκοποιημένη υποκειμενικότητα αποκτά την θεωρητική διάσταση.....να μετασχηματίζει....την ισχύουσα τάξη πραγμάτων και την ισχύουσα τάξη του λόγου που την νομιμοποιεί ή απλώς την δικαιολογεί στην κοινή γνώμη."

Όλα τα παραπάνω νομιμοποιούν θεωρητικά και φιλοσοφικά την αμφισβήτηση της άρχουσας τάξης του Λόγου και του εργαλειακού ορθολογισμού όχι μόνο όπως παρουσιάστηκε μέσα από τις εγγενείς αντιφάσεις της οικονομικής επιστήμης αλλά κυρίως με τη ριζική αμφισβήτηση της τρέχουσας τάξης του Λόγου μέσω της απελευθέρωσης της φαντασίας έξω από το ορθολογικό εργαλειακό και θετικιστικό-εμπειρικό-πραγματολογικό μοντέλο με σκοπό την ανάδυση δυνατοτήτων που σήμερα δεν φαίνονται. Σε αυτά τα πλαίσια κινούνται πολλοί στοχαστές τους οποίους το σύστημα θεωρεί ουτοπιστές ενώ στην ουσία κάνουν αυτό που έκανε πάντοτε ο άνθρωπος, στοχάζονται νέες δυνατότητες για καλύτερους κόσμους που τώρα μένουν άσκεφτοι από την κοινή γνώμη που έχει αποκοπεί από την φιλοσοφία βάσει ενός οργανωμένου σχεδίου εμπορευματοποίησης της θεωρητικής γνώσης απονευρωμένης από κάθε ανθρωπιστική αξία ή ηθική νομιμοποίηση, η αγορά αντικατέστησε και τα δύο μέσω μιας άτυπης φίμωσης της δημιουργικής σκέψης.

Έτσι, η αντίδραση, η άρνηση ή ακόμη και ο δογματισμός πολλών τμημάτων της αριστεράς μπορεί να θεωρηθεί ως μια λογική συνέπεια έναντι σε μια δρομολογημένη ανορθολογική συμπεριφορά του Λόγου που αποκόπηκε από τις φιλοσοφικές του ρίζες προσπαθώντας να νομιμοποιήσει μετά μανίας την ανθρώπινη τεχνική.

Βιβλιογραφία
1) Αφιέρωμα περιοδικού cogito, τεύχος 8, Μάιος 2008, σσ. 28-70.
2) Εισαγωγή Κ.Τσουκαλά στο Μετά τον Φιλελευθερισμό, εκδόσεις Σύγχρονη Σκέψη, Αθήνα 2004, σσ.13-55.
3) Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Καιρός, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2008, σσ. 12-45.
4) Φ. Τζέιμσον, Οι αρχαιολογίες του μέλλοντος, εκδόσεις Τόπος, 2008, τόμος Ι.
5) Θ. Αλεξίου, "Πολιτική Οικονομία του Σώματος", Περιοδικό Θέσεις, Απριλίου-Ιουνίου 2005, σσ.93-116
6) Αξελός, Αυτή η Διερώτηση, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2003.

Αναρτήθηκε από Greek Rider

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου