TutUMakIaS TV

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΙ (REVISITED)

ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΙ

"Ότι και αν κάνετε θα σας βρουν"

η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα


Η Mary καθόταν κουλουριασμένη στο πάτωμα με την πλάτη της ακουμπισμένη στον τοίχο. Στο χώρο επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Μοναδικό φως, αυτό του αναπτήρα στα χέρια της που τρεμόπαιζε. Είχε βρει τον αναπτήρα στην τσέπη του παντελονιού της. Το κλαψούρισμα της έσπασε τη σιωπή. Κοιτούσε συνεχώς δεξιά και αριστερά...
Άκουσε βήματα... Πλησίαζαν...
Οι κραυγές της ακούστηκαν σε όλη τη μονοκατοικία...

Αρκετές ώρες πριν...

Το πρωινό εκείνο ήταν διαφορετικό... Ο Jonathan Barker, η Mary και ο μικρός Marc έκαναν μια νέα αρχή. Είχαν εγκαταλείψει τη μεγαλούπολη για τη μικρή επαρχιακή πόλη του Mein. Ο Jonathan είχε ζητήσει αυτή τη μετάθεση από τη δουλειά του, προσδοκώντας να προσφέρει καλύτερη ποιότητα ζωής στην οικογένεια του. Η ζωή στην πόλη τον είχε κουράσει...
Η διώροφη μονοκατοικία -ένα σχετικά παλιό κτίριο- που είχε βρει ήταν σε τιμή ευκαιρίας, και βρισκόταν σε μια κατάφυτη περιοχή λίγο έξω από το Mein.

Ο Jonathan αγκάλιασε τη Mary. Εκείνη με τη σειρά της τον κοίταξε και χαμογέλασε.
-Ο μικρός δε φαίνεται και ιδιαίτερα ενθουσιασμένος, είπε ο Jonathan.
-Θα συνηθίσει, θέλει το χρόνο του... του απάντησε η Mary.
Ο Marc στεκόταν λίγο πιο πέρα... κοιτούσε το σπίτι... κάτι ψιθύριζε...
Η Mary πλησίασε το γιο της, έσκυψε και του έπιασε το χέρι.
"Θα δεις μικρέ, θα σ' αρέσει..." είπε η Mary...
Ο Marc έδειχνε να μην συμφωνεί.

Το ίδιο μεσημέρι...

Ο Jonathan και η Mary άνοιγαν κούτες.
Ο Marc βρισκόταν στο δωμάτιο του. Είχε ανοίξει τις κούτες με τα παιχνίδια αλλά τώρα είχε σταματήσει να τα ταχτοποιεί. Στεκόταν ακίνητος, κοιτούσε τον τοίχο και μιλούσε. Η μητέρα του από τον κάτω όροφο άκουσε τη φωνή του γιου της και αποφάσισε να δει τι κάνει...
Φτάνοντας έξω από το παιδικό δωμάτιο είδε το γιο της να είναι στραμμένος προς τον τοίχο και να μιλάει.
Έκανε να μπει μέσα όταν η πόρτα έκλεισε μόνη της. Έκανε να την ανοίξει... δεν άνοιγε...
"Marc είσαι καλά;" ρώτησε αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.
"Jonathan έλα γρήγορα" φώναξε.
Ο Jonathan ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας.
-Τι συμβαίνει;
-Η πόρτα δεν ανοίγει. Ο Marc είναι μέσα και δεν απαντάει.
"Marc είσαι καλά;" φώναξε ο Jonathan. Καμία απάντηση ξανά.
Ο Marc έσπρωξε με δύναμη την πόρτα, γυρίζοντας ταυτόχρονα το πόμολο. Τίποτα...
Και τότε η πόρτα άνοιξε μόνη της.
Η μητέρα του Marc έτρεξε στον γιο της και τον πήρε αγκαλιά.
"Όλα καλά μικρέ;" είπε...
-Είναι εδώ... απάντησε ο Marc.
-Ποιοι; Ποιοι είναι εδώ;
-Είναι εδώ... επανέλαβε ο μικρός.

Είχε βραδιάσει...

Το μεσημεριανό περιστατικό απασχολούσε ακόμα την Mary. Ο Jonathan έδειχνε να μην ανησυχεί τόσο.
Ο Marc είχε φάει και τον είχαν βάλει για ύπνο.
Ο Jonathan είχε βάλει ένα ποτήρι ουίσκι και η Mary ένα ποτήρι κρασί. Ήταν Άνοιξη και είχαν τα παράθυρα ανοιχτά. Οι μυρωδιές από τις τριανταφυλλιές της αυλής είχαν γεμίσει το σαλόνι.
Η Mary και ο Jonathan καθόντουσαν τώρα στο σαλόνι, το οποίο ήταν γεμάτο με κούτες, άλλες κλειστές και άλλες μισάνοιχτες.
Η Mary ένιωσε να τη διαπερνά ένα κρύο ρεύμα αέρα.
"Ίσως θα πρέπει να κλείσω κανένα παράθυρο" είπε. Και κατευθύνθηκε προς το μεγάλο δίφυλλο παράθυρο του σαλονιού. Ξαφνικά τα παραθυρόφυλλα σε όλο το σπίτι έκλεισαν με δύναμη. Άρχισαν να ανοιγοκλείνουν. Ο Jonathan πετάχτηκε από την πολυθρόνα του.
Η Mary έστεκε παγωμένη. Τα παραθυρόφυλλα σταμάτησαν να ανοιγοκλείνουν.
"Τι στο καλό συμβαίνει;" αναρωτήθηκε ψιθυριστά ο Jonathan.
Τότε οι πόρτες σε όλο το σπίτι άρχισαν να τρίζουν.
"Ο Marc..." είπε η Mary ταραγμένη και έτρεξε προς τις σκάλες τις οποίες ανέβηκε τρέχοντας.
Φτάνοντας έξω από το δωμάτιο του γιου της, τον είδε καθισμένο στο κρεβάτι να κοιτά τον τοίχο.
Ο Marc την κοίταξε μετά από λίγο...
"Είναι εδώ..." είπε. Και η πόρτα του δωματίου του έκλεισε. Η Mary ούρλιαξε.

Την ίδια στιγμή, στον κάτω όροφο...

Ο Jonathan έκλεισε όλα τα παράθυρα. Άκουσε δυνατούς χτύπους στην εξώπορτα. Κοίταξε δεξιά προς το παράθυρο του σαλονιού. Ένα ζευγάρι χέρια έκανε την εμφάνιση του. Και μετά ακριβώς δίπλα άλλο ένα.
"Ποιοι είστε; Τι θέλετε;" ρώτησε... Καμία απάντηση.

Από την κουζίνα ακούστηκαν τζάμια να σπάνε. Πήγε προς τα εκεί. Κάποιος είχε πετάξει μια πέτρα. Και στη συνέχεια και άλλη...
Τώρα πέτρες που έμοιαζαν να έρχονται από το πουθενά, έσπασαν όλα τα παράθυρα του σπιτιού και αντικείμενα μέσα στο ίδιο το σπίτι. Μια πέτρα βρήκε τον Jonathan στον ώμο.

Τώρα κάποιοι χτυπούσαν την εξώπορτα πιο δυνατά. Η πόρτα άρχισε να σπάει. Ένα μαχαίρι διαπέρασε το ξύλο.
Ο Jonathan κοίταξε γύρω του. Στα παράθυρα του σαλονιού και της κουζίνας είδε πάλι ζευγάρια χέρια να κάνουν την εμφάνιση τους. Κάποιοι έμπαιναν μέσα... δεν κάθισε να δει τα πρόσωπα τους. Τότε άκουσε τα ουρλιαχτά της Mary. Ανέβηκε τα σκαλιά...

Στο δεύτερο όροφο...

Η Mary άκουσε πυροβολισμούς... έρχονταν απ' έξω...
Τότε είδε από τις πόρτες στα δωμάτια του δευτέρου ορόφου να τρέχει αίμα.
Και το αίμα εξαφανίστηκε.
Άρχισε να χτυπάει με δύναμη την πόρτα του δωματίου του Marc. Ο Jonathan φτάνοντας στο τέρμα της σκάλας είδε τη σύζυγο του να προσπαθεί να μπει στο δωμάτιο του γιου τους.
"Κάνε στην άκρη..." της είπε.
Κλώτσησε με δύναμη την πόρτα. Τότε ακούστηκαν απ' έξω ξανά πυροβολισμοί.
Στον πρώτο όροφο άκουγαν τώρα βήματα. Κάποιοι ανέβαιναν τις σκάλες...
Η πόρτα του δωματίου του Marc έσπασε. Ο Jonathan άρπαξε το γιο του από το κρεβάτι. Ήταν παγωμένος... το δέρμα του ήταν παγωμένο...
"Στη σοφίτα..." φώναξε στη Mary...
Έτρεξαν στη σοφίτα. Φτάνοντας είδαν στον πολυέλαιο της σοφίτας να κρέμεται ένα σχοινί που κατέληγε σε μια θηλιά... Τα φώτα έσβησαν.

Ο Jonathan κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του τον μικρό τους γιο.
Η Mary καθόταν κουλουριασμένη στο πάτωμα με την πλάτη της ακουμπισμένη στον τοίχο. Στο χώρο επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Μοναδικό φως, αυτό του αναπτήρα στα χέρια της που τρεμόπαιζε. Είχε βρει τον αναπτήρα στην τσέπη του παντελονιού της. Το κλαψούρισμα της έσπασε τη σιωπή. Κοιτούσε συνεχώς δεξιά και αριστερά...
Άκουσε βήματα... Πλησίαζαν...
Οι κραυγές της ακούστηκαν σε όλη τη μονοκατοικία...

Την άλλη μέρα...

Αναστάτωση επικρατούσε στην μικρή κοινωνία του Mein. Η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι του Jonathan Barker όταν τηλεφώνησε κάποιος άγνωστος που περνούσε απ' έξω με το αυτοκίνητο του και άκουσε πυροβολισμούς.
Η αστυνομία έσπασε την πόρτα για να μπει. Το σπίτι ήταν γεμάτο σπασμένα αντικείμενα.
Βρήκαν τη Mary κρεμασμένη στη σοφίτα. Τον μικρό Marc τον βρήκαν στραγγαλισμένο στο κρεβάτι του.
Ο Jonathan είχε χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον. Στεκόταν στη μέση του σαλονιού. Όταν τον ρώτησαν τι είχε συμβεί, ο Jonathan μίλησε για "εκείνους"... τους "απρόσκλητους"...
Ο Jonathan κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική. Δεν ξαναμίλησε ποτέ. Η αστυνομία τον θεώρησε υπεύθυνο για το θάνατο της Mary και του Marc αν και δεν κατάφεραν να αποδείξουν πλήρως κάτι τέτοιο. Το σπίτι δεν νοικιάστηκε ποτέ ξανά...

Η υπόθεση μέχρι σήμερα παραμένει επί της ουσίας άλυτη...

ΤΕΛΟΣ

http://toumanidis.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου