TutUMakIaS TV

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Οι βουλευτές θα πάρουν αναδρομικά 250.000 ευρώ έκαστος, εν μέσω οικονομικής κρίσης;


Οι βουλευτές μας θα πάρουν την αύξηση που πήραν οι δικαστικοί



Τις αυξήσεις που πήραν οι δικαστικοί λειτουργοί δικαιούνται αυτοδικαίως και οι βουλευτές (εν ενεργεία και συνταξιούχοι) σύμφωνα με δικαστική απόφαση, που εκθέτει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση για τους ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς της. Το «πράσινο φως» για αυξήσεις στις βουλευτικές αποζημιώσεις και συντάξεις και μάλιστα σε βάθος 5ετίας (και όχι 2ετίας) ανοίγει με δικαστική απόφαση, που εφαρμόζει στην πράξη την πάγια μέχρι τώρα νομολογία των τελευταίων δεκαετιών, την οποία μόνο η κυβέρνηση φαίνεται ότι αγνοούσε.

Οι αναδρομικές αυξήσεις που δόθηκαν στους δικαστικούς λειτουργούς (με τον ν. 3620/07 και υπουργική απόφαση του 2008) σε δόσεις για μια 5ετία (μέχρι το 2010) μέχρι τον σχεδόν διπλασιασμό των αποδοχών τους, γίνεται δεκτό ότι πρέπει να «περάσουν» και στους βουλευτές. Ωστόσο, όταν εγκρίθηκαν οι σχετικές αυξήσεις – σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του λεγόμενου «Μισθοδικείου» – η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ψευδώς ότι η νομοθετική ρύθμιση δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με τους βουλευτές.

Ομως η δικαιοσύνη ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις αποφάσεις και ψηφίσματα της Βουλής από το 1964 και 1975 για εξομοίωση των αποδοχών βουλευτών – δικαστών δέχτηκε ότι: «Η σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του ανώτατου δικαστικού λειτουργού, έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μηνιαίων αποδοχών αυτού επιφέρει αυτοδίκαια την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορισμού της βουλευτικής σύνταξης».

Το «πράσινο φως» για τις αναδρομικές αυξήσεις άναψε με απόφαση το Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΣ) που έκανε δεκτή αίτηση πρώην βουλευτή και ακύρωσε την απόφαση με την οποία το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) αρνήθηκε να αυξήσει τη σύνταξή του αναδρομικά για το διάστημα από το 2002 έως το 2007, με βάση τις αναδρομικές αυξήσεις των δικαστικών λειτουργών. Σύμφωνα με το ΕΣ, το ΓΛΚ έσφαλε και πρέπει να επανεξετάσει την υπόθεση προσδιορίζοντας το ύψος των χρημάτων που οφείλονται στον πρώην βουλευτή.

Και τούτο διότι «οποιαδήποτε μεταβολή των μηνιαίων αποδοχών του προέδρου ανώτατου δικαστηρίου, επηρεάζει άμεσα το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης και συνεπάγεται και αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης, σύνταξης, εκείνων που διετέλεσαν βουλευτές».

Η αρχή έγινε με την προσφυγή ενός συνταξιούχου και θα ακολουθήσουν πολλές παρόμοιες αποφάσεις (εκκρεμούν πολλές σχετικές αγωγές στη δικαιοσύνη) ανάλογες και με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που δικαίωσε άλλον συνταξιούχο βουλευτή για παλαιότερες οικονομικές αξιώσεις του.

Τις αποφάσεις αυτές θα… αναγκαστεί να εκτελέσει η κυβέρνηση και η Βουλή, που προς τα έξω εμφανίζονται να διστάζουν ή και να δυσανασχετούν κάθε φορά που… υποχρεώνονται να εισπράξουν αυξήσεις μέσω των αντίστοιχων αναδρομικών των δικαστικών λειτουργών.

Η πάγια νομολογία. Στην πράξη πρόκειται για μία μάλλον πονηρή τακτική των εκάστοτε κρατούντων, που φροντίζουν να δώσουν αυξήσεις σε κάποια κατηγορία κρατικών λειτουργών που να ξεπερνά επίτηδες τις αποδοχές του προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου.
Η αύξηση αυτή είναι βέβαιο ότι θα μετακυλιστεί και στους δικαστικούς λειτουργούς μόλις το αντιληφθούν και υποβάλουν σχετικές αγωγές, αφού η πάγια νομολογία (εδώ και δεκαετίες) δέχεται ότι οι αποδοχές του προέδρου του Αρείου Πάγου πρέπει να είναι οι κορυφαίες μεταξύ των κρατικών λειτουργών, έτσι ώστε να μην τις ξεπερνά κάποιος άλλος. Έτσι οι κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι δίνοντας περισσότερα χρήματα από τους δικαστικούς σε άλλες κατηγορίες, τελικά είναι σαν να δίνουν τις αυξήσεις αυτές και στους δικαστές και φυσικά στους βουλευτές, διά της πλαγίας και ασφαλούς οδού.

Η ερμηνεία του Ε.Σ.

Το ΕΣ ερμηνεύοντας τη σχετική νομοθεσία και τα ψηφίσματα της Βουλής έκρινε (2203/08) ότι η καταβαλλόμενη στους βουλευτές αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού (που αποτελεί χρηματική αντιπαροχή προς τον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία) αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών που έχει η απομάκρυνση του βουλευτή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό έργο του και την αποκλειστική του απασχόληση με το λειτούργημά του. Επιπλέον ξεκαθαρίζει ότι κάθε αύξηση των αποδοχών του προέδρου ΑΠ συνεπάγεται και αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης, αλλά και της σύνταξης (που καθορίζεται σε ποσοστά επί της αποζημίωσης και αυξάνεται για κάθε χρόνο πέραν της 4ετούς βουλευτικής θητείας).

ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ 250.000 ευρώ έχει λαμβάνειν ο συνταξιούχος βουλευτής

Το ζήτημα ξεκίνησε με απόφαση του «Μισθοδικείου» υπό τον τότε πρόεδρο ΑΠ Ρ. Κεδίκογλου, που δέχτηκε ότι δεν είναι δυνατό ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) να έχει πολύ μεγαλύτερες αποδοχές (περίπου 10.500 ευρώ) από τον πρόεδρο ΑΠ, που την ίδια περίοδο είχε βασικό μισθό 4.072 ευρώ που με επιδόματα και προσαυξήσεις έφθανε περίπου τα 6.500 . Η κυβέρνηση, ενώ αρχικά άφησε αιχμές για τις αγωγές των δικαστών στη συνέχεια έσπευσε να εκτελέσει τις αποφάσεις του «Μισθοδικείου», ενώ η συνολική δαπάνη (για εν ενεργεία, συνταξιούχους και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) υπολογίστηκε γύρω στα 900 εκατ. .

Το «Μισθοδικείο» δέχθηκε και την εξομοίωση των δικαστικών αποδοχών με τις χαμηλότερου ύψους (περίπου 9.200 ευρώ) αποδοχές γενικών διευθυντών του υπουργείου Οικονομικών. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση ζητήθηκε από το ΓΛΣ η αναδρομική αύξηση των βουλευτικών συντάξεων, με βάση τη μεγαλύτερη διαφορά αποδοχών σε σύγκριση με τον πρόεδρο της ΕΕΤΤ.

Το ΓΛΣ απέρριψε το αίτημα και ο πρώην βουλευτής προσέφυγε στο ΕΣ που τον δικαίωσε, κρίνοντας ότι πρέπει να αναπροσαρμοστεί η σύνταξή του αναδρομικά για μία 5ετία (από το 2002) και το ποσό θα καθορίσει το ΓΛΚ όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση.

Το ύψος των αναδρομικών αναμένεται ιδιαίτερα υψηλό, αν ληφθεί υπόψη ότι ο συνταξιούχος βουλευτής ζητούσε με διάφορα επιχειρήματα ποσό 233.681 ευρώ για μία 4ετία (2000 – 2004) ή 136.040 ευρώ για δυόμισι χρόνια (από τις αρχές του 2002 μέχρι τα μέσα του 2004).

Τα αιτήματα αυτά δεν εξετάστηκαν γιατί δεν υποβλήθηκαν με τη βασική αίτηση, αλλά με μεταγενέστερο δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Σε κάθε περίπτωση, οι διεκδικούμενες διαφορές για τη σύνταξη ίσως τελικά ξεπεράσουν τα 250.000.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΥΛΩΝΙΤΗΣ

Πηγή: ΕΘΝΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου